Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ,ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ.ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΑΝΤΡΙΧΙΑΣΕΤΕ.ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

πηγες      http://eglima.blogspot.com/

                 http://www.paranormap.net/

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Πρόσωπο από πάχνη

Από το παράθυρο μπήκε μια ριπή παγωμένου αέρα. Οι φλόγες από τα κεριά τρεμούλιασαν, τα άνθη πάνω στο παγωμένο σώμα αναρρίγησαν, λες και είχαν ψυχή… ή μια ψυχή αλαφιασμένη τα διαπέρασε.
Η Βαγγελιώ είδε τον τεράστιο μπρούτζινο σταυρό πάνω από το κεφάλι του θανόντος αδελφού της να τρέμει κι έβγαλε μια διαπεραστική τσιρίδα.
«Πάψε αλλοπαρμένη», της ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του ο Στρατής.
«Κουνήθηκε, αδελφέ μου! Μας βλέπει… Είναι εδώ μέσα. Το νιώθω!», απάντησε εκείνη, ενώ τα χέρια της έτρεμαν, μαζί και η μαύρη, ασφυκτική ζακέτα που φορούσε.
«Τι ψυχανεμίζεσαι; Καλά σε λένε αλαφροΐσκιωτη!».
«Αχ, δεν μπορώ… Δεν το αντέχω τέτοιο βάρος».
«Πάψε σου λέω, ανόητη! Και οι τοίχοι έχουν αυτιά… Σας ευχαριστώ, θεία Ευτέρπη! Ζωή σε λόγου σας…». Η μορφή του άλλαξε με μιας μόλις του έδωσε τα συλλυπητήρια η ξερακιανή γριά με την διπλοφορεμένη μαντίλα.
Κι όμως, ο Απόστολος ήταν εκεί! Τους έβλεπε… Τριγύριζε μέσα στο δωμάτιο με μια μανία, που αν η ψυχή του ήταν συμπαγής θα τους είχε αφήσει και τους δύο άψυχα σακιά παραγεμισμένα με σάρκες και κόκκαλα. Κοιτούσε το ωχρό του πρόσωπο με το γαρύφαλλο στο στόμα, μα δάκρια δεν έβγαιναν από τα άυλα μάτια του. Είχε ριζώσει εκεί, δεν μπορούσε να περάσει απέναντι. Όχι, αν δεν έκλεινε λογαριασμούς που εκκρεμούσαν.
Στο δωμάτιο μπήκε ο φωτογράφος. Με δυο κινήσεις του χεριού απομάκρυνε τον κόσμο που υπάκουσε γρήγορα στις άναρθρες εντολές του. Έστησε με άλλες δυο κινήσεις το τρίποδο και τοποθέτησε την κάμερα πάνω. Κοίταξε τα μαυροφορεμένα κοράκια απέναντι και ανασήκωσε το αριστερό του φρύδι.
«Είστε έτοιμοι να αποθανατίσουμε το γεγονός;», είπε με φωνή που έβγαινε βαριεστημένα από τα τρίσβαθα του χοντροκομμένου κορμιού του.
Η Βαγγελιώ έπιασε την άκρη από το μαύρο σακάκι του Στρατή και το τράβηξε ρυθμικά. Εκείνος την κοίταξε με αγριεμένο βλέμμα. Του έκανε νόημα πως δεν ήθελε, αλλά σύντομα κατάλαβε πως δεν θα βγάλει άκρη μαζί του. Ο Στρατής έστρεψε το βλέμμα στον φωτογράφο και χαμογέλασε προσποιητά.
«Είμαστε έτοιμοι φωτογράφε. Τράβα να τελειώνουμε και με αυτό!».
«Τι έτσι απλά;», αναφώνησε εκείνος. «Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Πρώτον, εσύ ίσιωσε την προπέλα σου, που γέρνει σαν μαραμένο… άντε μην πω καμιά κουβέντα και προσβάλω τον νεκρό. Μα καλά, με παπιόν ήρθες στην κηδεία του αδελφού σου;», κάγχασε μέσα από το χοντρό μουστάκι του.
«Τη δουλειά σου φωτογράφε! Άντε να τελειώνουμε, είπα…», απάντησε εκνευρισμένος και ταυτόχρονα προσπαθούσε να στρώσει το παπιγιόν στο λευκό του γιακά.
«Κι εσύ κυρά μου τι κάθεσαι έτσι;», συνέχισε ο φωτογράφος. «Πιάσε τον νεκρό. Χάιδεψε του το κεφάλι, να φαίνεται πως τον αγαπάς, άσχετα αν…».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση και η Βαγγελιώ σωριάστηκε στο πάτωμα. Έτρεξαν οι μαυροφορεμένες συγγένισσες με νερά, βεντάλιες, ξεματιάσματα. Μέχρι τα ποδάρια της σήκωσαν ψηλά, ώστε να πάει το αίμα στο κεφάλι.
Ο Απόστολος που είχε θρονιαστεί στο βαρύ το φωτιστικό γελούσε με την άτιμη την αδελφή του. Τη βάρυναν οι λίρες μες στις τσέπες και την έριξαν κάτω, συλλογίστηκε μιας και δεν είχε μιλιά να εκτονωθεί.
Συνήλθε η Βαγγελιώ, σηκώθηκε και στήθηκε δίπλα του κάτωχρη – πιότερο κι από την απόχρωση του νεκρού αδελφού της – με το χέρι της πάνω στο παγωμένο κεφάλι του. Ο χώρος φωτίστηκε απόκοσμα από το φλας που άρπαξε μια σύντομη φλόγα. Ο φωτογράφος που είχε χωμένο το κεφάλι κάτω από το μαύρο πανί, βγήκε με τα μάτια γουρλωμένα. Είχε παγώσει κι εκείνος, σαν τη στιγμή που έκλεψε από το χρόνο μέσα στο κλείστρο της μηχανής του. Τον είδε ο Στρατής κι ένιωσε το ρίγος του άντρα απέναντι να διαπερνά και τον ίδιο.
«Τι συνέβη μάστορα; Γιατί είσαι σαν χαμένος;».
«Τίποτα…», απάντησε εκείνος ξέπνοος, με τα χαρακτηριστικά του να έχουν τραβηχτεί. «Κανονικά η εμφάνιση της πλάκας θέλει λίγες μέρες, εσένα, όμως, θα στη φέρω μέχρι το βράδυ! Κλάψτε τον! Μοιρολογίστρες αρχινάτε τη δουλειά σας… Μην καθυστερείτε διόλου!». Και με αυτά τα αλλόκοτα λόγια εξαφανίστηκε σαν τον άνεμο από το δωμάτιο.
«Κάτι είδε… κάτι είδε», ξεφώνισε η Βαγγελιώ και χύθηκε στην καρέκλα σιμά της.
Ο Απόστολος είχε γεμίσει τον χώρο, κάνοντας τούμπες στον αέρα, στροφές γύρω από το φωτιστικό με ευτυχία περισσή. Σύντομα θα ησύχαζε στην απόλυτη ευτυχία της αιωνιότητας.

Η αλλόκοτη εκείνη νύχτα είχε απλώσει πλέον τα δίχτυα της. Το σπίτι είχε γεμίσει από τους χωριανούς που ήρθαν να δώσουν το παρόν, για να εξοικονομήσουν κόσμο και στη δική τους κηδεία. Καφέδες, κονιάκ και παξιμαδάκια τριγύριζαν από πιατάκι σε πιατάκι. Όλα έμοιαζαν ήρεμα, όπως το πρόσωπο του νεκρού Απόστολου. Μέχρι, τουλάχιστον, που έφτασε ο φωτογράφος με έναν φάκελο στο χρώμα της ώχρας κι αυτός. Δεν είχε την αλλοτινή ανεμελιά και ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, μα μια σκληράδα και μια αγανάκτηση που σχεδόν πέταξε το φάκελο στα μούτρα του Στρατή.
«Δεν θέλω λεφτά… Τίποτα δεν θέλω από το καταραμένο τούτο σπίτι, που μέχρι και τη δουλειά μου έκανε να σιχαθώ… Πάρτε τα χαΐρια σας και καλή ζωή», έφτυσε τις λέξεις και εξαφανίστηκε, όπως εκείνη η ριπή του παγωμένου αέρα που είχε ταράξει τη Βαγγελιώ.
Ο Στρατής άνοιξε το φάκελο με αργές κινήσεις. Ο κόσμος τριγύρω είχε παγώσει και περίμενε να δει τι θα ακολουθήσει, όπως με αγωνία περίμενε άλλοτε τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών. Η Βαγγελιώ έφερε τα δάχτυλα που έπαιζαν ακατάπαυστα στο στόμα και τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα. Η φωτογραφία βγήκε από το φάκελο, κάνοντας τον Στρατή να παραπατήσει. Ανάμεσα σε κείνον και την αδελφή του, ένα πρόσωπο, φτιαγμένο από την πάχνη, σαν εκείνη που πέφτει παγωμένη τα πρωινά στα κτήματα, έστεκε και γελούσε. το πρόσωπο του Απόστολου. Η Βαγγελιώ ούρλιαξε τόσο δυνατά που ο κόσμος άρχισε να ψάχνει την έξοδο να βγει από μια κατάρα που απειλούσε το κεφάλι του.
«Εσύ!», αναφώνησε, δείχνοντας με το δάχτυλό της τον Στρατή. «Εσύ τα άρχισες όλα! Εσύ και η απληστία σου… Τώρα θα μας κατατρέχει για πάντα! Εμάς και τα παιδιά μας! Ανάθεμά σε Στρατή… Τον φάγαμε τον αδελφό μας! Δεν θέλω τίποτα από αυτόν ούτε από σένα. Μήτε περιουσίες, μήτε κρυμμένες λίρες! Θέλω να ζήσω… να ζήσω…».
Έφυγε αναμαλλιασμένη και άφησε τον Στρατή με το πρόσωπο στραγγιγμένο από το αίμα. Με γόνατα που κροτάλιζαν κάθισε στην καρέκλα, ξέσφιξε την προπέλα από το πουκάμισο κι έφερε το χέρι στην καρδιά, που τον πίεζε σαν μέγγενη. Ξάφνου το πανιασμένο πρόσωπό του τραβήχτηκε. Ένα αλλόκοτο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του, λες και το μολύβι του ζωγράφου ξέφυγε από τα χέρια του. Σηκώθηκε μηχανικά και πήγε στο μπαούλο πίσω από την κάσα του Απόστολου. Το άνοιξε. Άνοιξε και το παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς από πάνω του. Πήρε στα χέρια του λίγο από το περιεχόμενο του μπαούλου κι άρχισε να το πετάει από το παράθυρο, τραγουδώντας με μια ανατριχιαστική φωνή.
«Μία λίρα… Δύο λίρες… Τρεις λίρες…».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου