Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ,ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ.ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΑΝΤΡΙΧΙΑΣΕΤΕ.ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

πηγες      http://eglima.blogspot.com/

                 http://www.paranormap.net/

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Βακούφια – Θεοτικά και στοιχειωμένα Μελίσσια

Το φαινόμενο των Βακουφίων παρατηρήθηκε και είχε μεγάλη έξαρση κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στη χώρα μας. Τα Βακούφια (wakf = αφιέρωμα), σύμφωνα με τον τουρκικό νόμο, ήταν διάφορα κτίσματα και κυρίως κτήματα που είχαν αφιερωθεί για την εξυπηρέτηση ευαγών και κοινωφελών σκοπών.
Η συστατική πράξη (έγγραφο) συντασσόταν ενώπιον του καδή (ιεροδικαστή) κι εποπτευόταν από ειδικό υπουργείο της Κωνσταντινούπολης. Βακούφιο μπορούσε να συστήσει τελείως ελεύθερα ο Σουλτάνος, αλλά και κάθε πολίτης που είχε στην κατοχή του το αφιέρωμα (κτίσμα, κτήμα, δένδρα, βοσκοτόπια κ.α.). Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι ιδρυτές των Βακουφίων επέβλεπαν κυρίως στο να αποφύγουν τη δήμευση, την αρπαγή ή κατάσχεση της περιουσίας τους. Ήταν δύο κατηγορίες βακουφίων: εκείνα τα οποία – αυτά καθαυτά – εκπλήρωναν τον ευαγή και κοινωφελή σκοπό που καθόριζε ο αφιερωτής, δηλαδή οικοδομήματα που χρησιμοποιούνταν για τεμένη, σχολεία κ.α. και τα προσοδοφόρα αφιερώματα, με τα έσοδα των οποίων συντηρούνταν τα ευαγή ιδρύματα (εκμίσθωση κτημάτων, κτισμάτων, γηπέδων, βοσκοτόπων κ.α.)
Βακούφια μπορούσαν να συσταθούν και υπέρ των χριστιανικών μοναστηρίων κι εκκλησιών με στόχο πάντα την προστασία των αφιερωμάτων από τις αρπακτικές διαθέσεις των Οθωμανών. Αργότερα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, 4-16 Ιουνίου 1830, ορίστηκε ότι όσα βακούφια υπήρχαν στις κατεχόμενες από τους Έλληνες περιοχές περιέρχονταν στην ελληνική κυβέρνηση. Όσα βρίσκονταν στις κατεχόμενες από τους Οθωμανούς χώρες κι επρόκειτο να προσαρτηθούν στην Ελλάδα και είχαν την επικαρπία τους ιδιώτες Τούρκοι, μπορούσαν να εκποιηθούν από τους επικαρπωτές τους. Αρκετά αργότερα με τη συνθήκη της Λοζάνης (1923) περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών χαρακτηρίστηκαν τα βακούφια ανταλλάξιμα, τη δε διαχείρισή τους ανέλαβε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημιούργησε ειδική υπηρεσία για το σκοπό αυτό.
Μέσα στο κλίμα αυτό της αφιέρωσης περιουσίας σε ευαγή ιδρύματα, κυρίως σε μοναστήρια κι εκκλησίες, προκειμένου να προστατευθούν από σφετεριστικές και ληστρικές διαθέσεις διαφόρων ατόμων, εντάχτηκαν αργότερα στα βακούφια και απροστάτευτα (χωρίς ιδιοκτήτη) ζώα, μελίσσια, νερόμυλοι, αλσύλλια, λιβάδια κ.α. Μεγάλο σεβασμό είχαν τα μελίσσια που διεύφευγαν, κατά τη διάρκεια του πολλαπλασιασμού τους, από τις κυψέλες των μελισσοτροφών και προσάριζαν σε σπηλιές απότομων και απλησίαστων γκρεμών, όπου και φώλιαζαν μόνιμα. Τα μελίσσια αυτά συνήθως γέμιζαν με την πάροδο του χρόνου τις σπηλιές με μεγάλες ποσότητες μελιού και κερήθρας.
Αρκετές φορές το μέλι των αδέσποτων αυτών μελισσιών κατά την περίοδο του καλοκαιριού γινόταν παχύρευστο από τη ζέστη κι έρρεε στους βράχους, οπότε γινόταν ευδιάκριτο από μεγάλη απόσταση και προκαλούσε το ενδιαφέρον των κατοίκων της υπαίθρου. Η δοξασία ότι αυτά τα μελίσσια ανήκουν στο Θεό (Θεοτικά) ή σε κάποιο μοναστήρι ή κοντινή εκκλησία (βακούφικα), ή ότι ήταν στοιχειωμένα (είχαν προστάτη κάποιο ανίκητο στοιχειό), ήταν τόσο ισχυρή, ώστε εμπόδιζε τους ανθρώπους να τα τρυγήσουν. Κάποιες φορές μερικοί θαρραλέοι ξωμάχοι, που επιχείρησαν να τα τρυγήσουν ή και να τα μεταφέρουν στους δικούς τους μελισσότοπους, τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν από τον έντονο φόβο και την έξαψη της φαντασίας τους. Αρκετοί έκοψαν τις τριχιές με τις οποίες είχαν κρεμαστεί για να κατεβούν με τη βοήθεια των συνανθρώπων τους και να φτάσουν στο σπίτι του μελισσιού (σπηλιά) επειδή τις νόμισαν ότι είναι φίδια. Κάποιοι άλλοι άκουσαν μυστηριώδη φωνή, που τους έλεγε «φτάνει πια, μην το χαλάς το μελίσσι» κι επειδή δεν υπάκουσαν κι αφαίρεσαν μεγάλη ποσότητα μελιού, δεν άντεξαν το βάρος οι τριχιές, κόπηκαν, έπεσαν στο βάραθρο και σκοτώθηκαν. Γενικά όλες οι παράνομες αυτές επιχειρήσεις, σύμφωνα με το αίσθημα περί λαϊκής δικαιοσύνης, κατέληξαν σε συμφορές των ιερόσυλων.
Τα γεγονότα αυτά, μιας περιοχής, μεγαλοποιημένα διαδίδονταν στα όμορα χωριά, εκεί προσθέτονταν καινούργια στοιχεία και προωθούνταν παραπέρα με αποτέλεσμα να καλύπτουν ευρύτατες περιοχές. Στο βάθος, στόχος όλων αυτών των διαδόσεων ήταν η προστασία της στοιχειωμένης και βακούφικης περιουσίας. Υπάρχουν λιγοστές τέτοιες τοποθεσίες, κυρίως στον ορεινό όγκο του νομού μας, που έχουν επενδυθεί με παρόμοιους μύθους και παραδόσεις.
Το «Θεοτικό μελίσσι του Χάβου» (Κακολάγκαδο Ροδαυγής)
Ο Κων/νος Διαμάντης στο βιβλίο του «Άπαντα Νο3», σ. 112 γράφει τα παρακάτω για το «Θεοτικό μελίσσι του Χάβου». «Όταν γονεύει το μελίσσι, σηκώνεται και φεύγει το νέο από τη μάνα του, πετώντας σα σμάρι με βοή στον αέρα. Τότε ειδικοί μελισσοτρόφοι κρατώντας κρινί ανοιχτό το μαυλάνε: «Κάτσε Μάρω, Κάτσε Μάρω»! και αυτό μπαίνει μέσα στο κρινί και το αφεντικό του το φέρνει στη μάντρα. Αυτά τα δεύτερα μελίσσια είναι Θεοτικά και θεωρούνται βακούφικα δηλ. ανήκουν στην Εκκλησία και οι άνθρωποι δεν τολμούν να τα τρυγήσουν, από δεισιδαιμονία. Ένα τέτοιο Θεοτικό μελίσσι βρίσκεται στους γκρεμούς (στεφάνια) του Χάβου, όπου μαζεύτηκε άπειρη ποσότητα από μέλι και κερί και που κανένας δεν πηγαίνει να το τρυγήσει γιατί είναι βακούφικο.
Ένας Φλετούρης που δέθηκε με σχοινί και κατεβάστηκε εκεί να μαζέψει μέλι, για μια στιγμή νόμισε ότι το σχοινί ήταν φίδι και το έκοψε με το μαχαίρι που κρατούσε για το μέλι. Έτσι έπεσε στο χάος και κομματιάστηκε».
«Το στοιχειωμένο μελίσσι στο Κόκκινο Λιθάρι του Διχομοιρίου»
Το στοιχειωμένο μελίσσι του κόκκινου Λιθαριου βρισκόταν σε μια σπηλιά ενός φοβερού βαράθρου στις ιλιγγόφερτες νότιες πλαγιές της Τούρλας Διχομοιρίου, λίγες δεκάδες μέτρα πάνω από την επικινδυνότατη κοίτη του Ρετσιανίτικου ρέματος.
Το μελίσσι αυτό έγινε γρήγορα αντιληπτό από την αντίπερα όχθη του ρέματος, καθόσον τα καλοκαίρια από τη μεγάλη ζέστη ρευστοποιούνταν το μέλι και οι κερήθρες κι έρρεαν στους βράχους του γκρεμού αφήνοντας εμφανή ίχνη. Η θέα αυτή προκαλούσε το ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής και των τολμηρών οδοιπόρων που ακολουθούσαν την ατραπό, που έμπαινε στον οικισμό των Ρετσιανών, διερχόταν τα επικίνδυνα στενά περάσματα της Τούρλας, διέσχιζε τον Κούφαλο και συνεχιζόταν προς την Άνω Καλεντίνη και την Άρτα. Το τοπίο γενικά είναι απίστευτης αγριότητας, μεγάλης επικινδυνότητας, αλλά και σπάνιας φυσικής ομορφιάς. Η πλευρά του Κόκκινου Λιθαριού, που είχε τη μόνιμη κατοικία του το στοιχειωμένο μελίσσι, είναι τελείως αφιλόξενη, απάτητη και απροσπέλαστη από τον άνθρωπο.
Κάτω από τον γκρεμό του Κόκκινου Λιθαριού σχηματίζεται το γραφικότατο, αλλά επικινδυνότατο φαράγγι του Στενού, εντός του οποίου ρέει τα δροσερά νερά του το Ρετσιανίτικο ρέμα. Η διέλευση του φαραγγιού μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν στερεύουν τα νερά του ρέματος. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μόνον κολυμπώντας μπορεί κανείς να το περάσει.
Ο ευγενέστατος δήμαρχος του Δήμου Ηρακλείας κ. Κων/νος Καρακώστας και οι προθυμότατοι κάτοικοι των Ρετσιανών κ.κ. Άγγελος Χούσος, συνταξιούχος δάσκαλος και Ανδρέας Χούσος, γεωργοκτηνοτρόφος, μας έδωσαν αρκετές πληροφορίες για την Τούρλα και τα διάφορα τοπωνύμια της περιοχής καθώς και τον παρακάτω μύθο: «Στα παλιά τα χρόνια, οι γεροντότεροι τα έζησαν και τα μολογάνε, σε μια σπηλιά ενός απότομου γκρεμού στο Κόκκινο λιθάρι, λίγο πιο κάτω από το μέσον της γκρεμώδους πλαγιάς, πήγε και φώλιασε ένα μελίσσι μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν αδύνατο να την προσεγγίσει άνθρωπος. Το μελίσσι αυτό πρόκοψε πολύ. Χρόνο με το χρόνο γέμισε με μέλι και κερήθρες το εσωτερικό της σπηλιάς. Μετά από μερικά χρόνια τα καλοκαίρια με τη μεγάλη ζέστη το μέλι και οι κερήθρες ρευστοποιούνταν κι έτρεχαν στους βράχους αφήνοντας έντονα ίχνη από το λιωμένο κερί. Οι κάτοικοι το αποκαλούσαν στοιχειωμένο, γιατί πρόκοβε τόσο πολύ και δεν πάθαινε κανένα κακό, άρα είχε κάποιον κρυφό προστάτη, ή βακούφικο, ότι δηλαδή ανήκε στο κοντινό μοναστήρι και το προστάτευε ο άγιος του μοναστηριού, στο όνομα του οποίου ήταν αφιερωμένος ο ναός. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, κανένας δεν είχε το δικαίωμα να το τρυγήσει, πολύ περισσότερο δεν είχε δικαίωμα να το οικειοποιηθεί. Όλοι το σεβάστηκαν παρόλο που το ρευστό μέλι προκαλούσε και τους άνοιγε την όρεξη, για πολλά χρόνια. Ένας καλόγερος από το κοντινό μοναστήρι, πιθανότατα της Αγίας Μαρίνας, λιμπίστηκε το μέλι, τόσο πολύ, που αποφάσισε να κατεβεί με τριχιές στην κατοικία του μελισσιού και να το τρυγήσει. Κάλεσε, μάλιστα, τους υπόλοιπους καλογέρους, να τον βοηθήσουν κρατώντας τα σχοινιά με τα οποία θα ήταν δεμένος και να τον κατεβάσουν με προσοχή.
Ο ίδιος πήρε ένα μεγάλο δοχείο κι ένα μαχαίρι, για να κόψει τις κερήθρες και να βάλει το μέλι του στοιχειωμένου μελισσιού.
Η επιχείρηση τρύγησης ξεκίνησε με επιτυχία, ο ιερόσυλος καλόγερος, καλά δεμένος κι εφοδιασμένος με τα απαραίτητα σκεύη, κατέβηκε στη σπηλιά κι άρχισε να τρυγάει με λαιμαργία. Κάποια στιγμή οι καλόγεροι, που κρατούσαν τα σχοινιά, του φώναξαν: «Φτάνει πια, μην το χαλάς ολότελα το μελίσσι».
Αυτός τρομαγμένος και ζαλισμένος καθώς ήταν, σήκωσε το κεφάλι του ν' ακούσει καλύτερα, οπότε οι παρδαλές μάλλινες τριχιές του φάνηκαν ότι είναι φίδια, που κατεβαίνουν να τον τσιμπήσουν και ξαφνικά κόβει με το μαχαίρι τις τριχιές, πέφτει στον γκρεμό και κομματιάζεται στους βράχους της κοίτης. Εκεί έμεινε νεκρός και το τρυγημένο μέλι χύθηκε στον γκρεμό και το δοχείο, σχεδόν άδειο, κατέληξε στην κοίτη του ρέματος. Το σημείο της κοίτης όπου συντρίφτηκε κι έμεινε νεκρός ο ασεβής καλόγερος, ονομάζεται σήμερα «Στου καλόγερου». Στον καταπατητή του «νόμου», στον συλητή καλόγερο επιβλήθηκε κατά τη λαϊκή δικαιοσύνη η νόμιμη, η πρέπουσα ποινή.
Το κακό όμως, δεν σταμάτησε εδώ, δεν διέπρεξε μόνος του την παράβαση, αλλά σ' αυτή συμμετείχαν και οι υπόλοιποι καλόγεροι του μοναστηριού, οι οποίοι όχι μόνον δεν επέτρεψαν το συνασκητή τους στο κοινόβιο από την πράξη της ιεροσυλίας, αλλά συμμετείχαν και οι ίδιοι βοηθώντας τον να κατεβεί στην κατοικία του μελισσιού, γι' αυτό και τιμωρήθηκαν παραδειγματικά όλοι τους. Σε κάποια, αρκετά έντονα, καιρικά φαινόμενα, ο χώρος που εδραιωνόταν το μοναστήρι, αποκόπηκε, έρρευσε στην πλαγιά και κατέληξε στην κοίτη του ρέματος, μαζί με τους καλογέρους.
Εκεί, στην κοίτη του φαραγγιού, απολιθώθηκε, στένεψε αρκετά την κοίτη και δημιούργησε δεξιά και αριστερά κοιλώματα δίκην εσωτερικού χώρου ναού. Οι κάτοικοι αποκαλούν το κοίλωμα αυτό «Το Καθολικό» και το ταυτίζουν με το γκρεμισμένο μοναστήρι. Οι δε καλόγεροι ενταφιάστηκαν και χάθηκαν μέσα στα λασπόνερα, τα χώματα και τους αποκολλημένους βράχους».
Μεγάλη έκπληξη προκαλεί σήμερα το στενότατο σημείο της κρίσης, καθόσον πριν και μετά από «το Καθολικό», δηλαδή από το απολιθωμένο μοναστήρι, αυτή είναι αρκετά διευρυμένη και αναγκαστικά σε υποβάλλει, σου δημιουργεί δέος κι έντονη φοβία λόγω της επικινδυνότητας από την πτώση λίθων και από τις δύο πλαγιές, αλλά και από την ανάμνηση του τραγικού μύθου. Στο μύθο αυτό δεν έχουμε μόνον την υποδειγματική τιμωρία του ασεβή καλόγερου, αλλά και ολόκληρης της ομάδας του κοινόβιου και την απολίθωση του κτίσματος του μοναστηριού, ενέργεια που θυμίζει τις πράξεις των αρχαίων Ολύμπιων θεών. Η ιεροσυλία διαπράχθηκε από ομάδα ανθρώπων, που έπρεπε να προστατεύσουν το «Θεοτικό» μελίσσι, την περιουσία των μοναστηριών και να τηρήσουν τους άγραφους νόμους της κοινωνίας. Η απολίθωση του κτίσματος του μοναστηριού ίσως πραγματοποιήθηκε, ώστε να αποτελεί σημείο αναφοράς και διδαχής για τις επερχόμενες γενιές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου